Το σπριντ της ημέρας που παριστάνει την ήρεμη

by

Όταν έχεις γεννηθεί μεσοβδόμαδα, ας πούμε Τετάρτη, όπως εγώ, ίσως έχεις από γεννησιμιού σου μια καλή σχέση με όλες τις ημέρες της εβδομάδας. Η Τετάρτη, όπως και η αλήθεια, βρίσκεται «κάπου στη μέση».

Αυτή η Κυριακή, όμως, αυτή η μέρα... Στέκεται πάντα στο βάθρο της. Φαντάζομαι ένα γλυπτό της Κυριακής –πώς θα ήταν άραγε η Κυριακή σμιλεμένη;– στη μέση του πάρκου μιας πόλης. Το πάρκο και η αυθεντική «στοπ-καρέ ημέρα» (με ή χωρίς κορονοϊό-σκηνοθέτη μιας πόλης χωρίς ήχο), σύμβολα της Ηρεμίας της Πολύτιμης. Αν διαβείς ένα πάρκο οποιαδήποτε Κυριακή πρωί –πολύ πρωί–, κάθε κλαράκι που τσακίζεις με το πάτημά σου ακούγεται να σπάζει με κρότο υπερβολικό. Είναι η μέρα που το ηχοσύστημα της πόλης αλλάζει και απορρυθμίζεται ωραία.

Πώς να ησυχάσεις, όμως, η Κυριακή δεν σε αφήνει σε ησυχία.

Η ενέργεια, η φόρα της ημέρας Κυριακή είναι ταυτισμένη στο μυαλό μου με εκείνο το καρέ της ταινίας «Κυριακάτικο ξύπνημα»: η όμορφη Λαμπέτη βιάζεται να ρουφήξει λίγο από το κακάο της, σκυμμένη πάνω από το φλιτζάνι του ’54 με την ανθισμένη μπορντούρα. Τι να σου κάνει το κακάο; Πρέπει να βιαστείς, Έλλη, να ρουφήξεις την Κυριακή!

Το κυνήγι, το σπριντ της Κυριακής, της ημέρας που παριστάνει την ήρεμη.

Νομίζω, πάντως, πως δεν ήταν Κυριακή εκείνη η μέρα που ξύπνησα αργά και βγήκα στο μπαλκόνι. Πριν από λίγο καιρό ήταν και, για πρώτη φορά, κάπως μου φάνηκε. Πως όλοι είχαν φύγει, γιατί κανείς δεν φαινόταν και τίποτα δεν ακουγόταν. Ήχος κανένας, από πουθενά. Σαν να με είχαν ξεχάσει πίσω∙ ξέρετε, εκείνη η ψευδαίσθηση πως παίζεις σε ταινία και πως, μάλιστα, κάποιοι σε βλέπουν από κάπου – και πρέπει να έχεις τον νου σου στον ρόλο: να συνεχίσεις να βγάζεις σαστιμάρα, κι ας μη σε βλέπει στην πραγματικότητα κανείς, να συνεχίσεις να παίζεις, ακόμα κι αν εσύ πλέον έχεις ξυπνήσει κι έχεις προσγειωθεί στον τόπο και στον χρόνο. Έτσι μου φαινόταν, για μια αργή στιγμή το πίστεψα, πως είχαν όλοι φύγει.

Πάντως δεν ήταν Κυριακή. Μπορεί να ήταν Τρίτη ή Πέμπτη, ή και Δευτέρα, και ο ουρανός ήταν τα δύο κλισέ: απέραντο γαλάζιο και απέραντο κενό. Μετά πέταξαν εκείνα τα δύο μικρά πουλιά για να σταθούν πάνω στο σύρμα – τα άκουσα πριν τα δω, γιατί, έτσι, χωρίς άλλο ήχο, φτερούγισαν εκκωφαντικά, μια σταλιά πουλάκια – και, αμέσως μετά, φάνηκε ψηλά ένας χαρταετός-ρόμβος, ένας από εκείνους τους πολύ κλασικούς, με τα τέσσερα διαφορετικά χρώματα.

Ακόμη και αν ήταν Δευτέρα, πάντως, δεν ήταν η «σωστή» Δευτέρα για χαρταετούς. Κάποιος μικρός, ή μια μικρή, είχε ίσως κατεβάσει με μια γουλιά το πρωινό γάλα – εδώ η Λαμπέτη, ολόκληρη κοπέλα, και κόντεψε να πνιγεί, γιατί βιαζόταν να ρουφήξει την «Κυριακή». Ή, μάλλον, τη στιγμή. Δεν βγαίνει ο χαρταετός σου κάθε μέρα να μεσουρανήσει ανενόχλητος. Δεν είναι κάθε μέρα Κυριακή.

Χαίρομαι ωστόσο που έχω γεννηθεί Τετάρτη. Ίσως αυτό με βοηθά να συμπαθώ όλες τις ημέρες. Τελικά, στο πάρκο της πόλης, μάλλον, προτιμώ ένα γλυπτό της Μικρής Στιγμής.■

* Η Μαρίνα Παπαγεωργίου είναι συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων «Γλυκιά πενικιλίνη» / εκδόσεις Ιωλκός. Κείμενά της δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά μέσα.