https://www.voria.gr/images/thumbs_medium//2019-11/N8XVw2rE7M0rauIhSono.jpg

ΓΕΝΝΑΙΑ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΑΝΗΓΓΕΙΛΕ Ο ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Άδωνις Γεωργιάδης απέφυγε να ανακοινώσει το ύψος της μείωσης της προκαταβολής φόρου.

by

«Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που λειτουργεί η εστίαση. Πλήρη εικόνα θα μπορούμε να έχουμε, στην πραγματικότητα, αφού ολοκληρωθεί μία ολόκληρη εβδομάδα, για να μετρήσουμε τι ακριβώς συνέβη. Με επιχειρηματίες εμβληματικών καταστημάτων που μιλήσαμε για να δούμε τι γίνεται, μας μεταφέρθηκε η εικόνα ότι τις πρώτες ώρες υπήρχε διστακτικότητα του κόσμου. Όσο περνούσαν οι ώρες, όμως, ιδίως μετά το μεσημέρι, η κίνηση αυξανόταν».

Αυτό σημείωσε ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνις Γεωργιάδη στη σημερινή συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών ενώ σχετικά με τα μέτρα της κυβέρνησης σημείωσε ότι με βάση τη μελέτη του υπουργείου Οικονομικών, οι επιχειρήσεις που πλήττονται από τον Covid-19, πρακτικά σχεδόν όλες, πρόκειται να έχουν μεγάλη μείωση της προκαταβολής φόρου. «Δεν θέλω να ανακοινώσω το ύψος αυτό γιατί ανήκει στην αρμοδιότητα του υπουργείου Οικονομικών, σας λέω από τώρα ότι θα είναι γενναία μείωση της προκαταβολής» είπε ο υπουργός.

Γενικότερα για τα μέτρα ο υπουργός είπε: «το γεγονός ότι έχουμε καταφέρει να ανακοινώσουμε αυτού του τύπου τα μέτρα, δηλαδή μειώσεις ΦΠΑ, μείωση προκαταβολής φόρου, συνεπιδότηση της εργασίας, αναστολές πληρωμών κατά το διάστημα της καραντίνας και όλα τα άλλα γνωστά μέτρα, χωρίς αυτό να προκαλέσει ανησυχία στις αγορές - το επιτόκιο για το δεκαετές ομόλογο του ελληνικού δημοσίου βρίσκεται γύρω στο 1,70% - αυτό σημαίνει ότι οι αγορές πείθονται ότι αυτά που κάνουμε είναι λελογισμένα και μέσα στα όρια των δυνατοτήτων του κράτους μας, που αυτό επίσης είναι κάτι που θέλαμε να πετύχουμε. Φαντάζομαι ότι επειδή εσείς είστε όλοι σοβαροί άνθρωποι και επιχειρηματίες, το τελευταίο που θα χρειαζόμασταν τώρα είναι στην κρίση του Covid-19 και στην κρίση της οικονομίας να προστεθεί η δημοσιονομική κρίση».

Χρηματοδοτικά εργαλεία

Σε ότι αφορά στα χρηματοδοτικά εργαλεία ο υπουργός σημείωσε ότι όπως έγινε με το ΤΕΠΙΧ ΙΙ, «εάν διαπιστωθεί ότι και στο εγγυοδοτικό υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον και τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ δεν είναι επαρκή, είμαστε έτοιμοι και σε συνεργασία με τις ευρωπαϊκές αρχές να αυξήσουμε και τον προϋπολογισμό αρκετά, εάν αυτό καταστεί απαραίτητο».

Αύριο, Τρίτη 26 Μαίου, υπενθύμισε ο υπουργός ότι λήγει η προθεσμία των 15 ημερών που εκ του νόμου χρειαζόταν για τη δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος προς τις τράπεζες, τις τέσσερις συστημικές και τις μικρότερες, για να υπογράψουν τη σύμβαση με το υπουργείο Ανάπτυξης και την Αναπτυξιακή Τράπεζα, ώστε να ξεκινήσει το μεγάλο εγγυοδοτικό εργαλείο παροχής δανείων κεφαλαίου κίνησης συνολικού ύψους 7 δισεκατομμυρίων ευρώ. «Άρα, υπολογίζουμε ότι αυτήν την εβδομάδα, θα έχουμε την υπογραφή των συμβάσεων και την έναρξη υποβολής αιτήσεων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Η διαφορά του εγγυοδοτικού με το ΤΕΠΙΧ ΙΙ είναι ότι δεν καλύπτουμε το επιτόκιο αλλά εγγυόμαστε έως το 80% του δανείου. Αυτό σημαίνει ότι η επιχείρηση θα καλείται να παράσχει λιγότερες εξασφαλίσεις για το ίδιο ποσό από ό,τι στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ» εξήγησε ο υπουργός.

Αιτήσεις στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ

Όσον αφορά στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ, ο υπουργός είπε ότι οι συνολικές αιτήσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για να πάρουν κεφάλαιο κίνησης έως 500.000 ευρώ με πλήρη επιδότηση επιτοκίου τα δύο πρώτα χρόνια, ανήλθαν μέχρι σήμερα στα, περίπου, 12 δισεκατομμύρια ευρώ.

Όπως είπε: «πρόκειται για πρόγραμμα το οποίο είχε αρχικά σχεδιαστεί για δάνεια ύψους 1,3 δισ. ευρώ και στη συνέχεια αυξήθηκε στα 2 δισ. 50 εκατ. ευρώ. Άρα, η ζήτηση είναι μεγαλύτερη κατά 5 και πλέον φορές από το διαθέσιμο ποσό. Αυτό, σε ένα βαθμό, είναι πλασματικό, κυρίως διότι πάρα πολλές επιχειρήσεις έχουν κάνει αιτήσεις και στις τέσσερις τράπεζες, άρα αυτό σημαίνει ότι αυτομάτως τα 10 - 12 δισεκατομμύρια, μπορεί να είναι πραγματικές αιτήσεις γύρω στα 6 ή 7 δισεκατομμύρια. Παρόλα αυτά και πάλι πρόκειται για πολύ μεγάλο βαθμό υπερκάλυψης. Πράγμα το οποίο δείχνει και την ελκυστικότητα του προϊόντος, αλλά και τη μεγάλη ανάγκη της αγοράς για κεφάλαιο κίνησης».

Στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ, συνέχισε ο υπουργός, ο ρυθμός των εγκρίσεων των δανείων από τις τράπεζες είναι πάρα πολύ υψηλός. «Έχουμε φτιάξει ένα ad hoc παρατηρητήριο ρευστότητας, θα φτιάξουμε όμως και θεσμοθετημένο παρατηρητήριο ρευστότητας, κανονικό και επίσημο, ώστε εσείς οι θεσμικοί εκπρόσωποι των επιχειρήσεων να έχετε την ενημέρωση αυτή για να μπορείτε να παρακολουθείτε τι γίνεται στην αγορά».

Σήμερα που μιλάμε, τόνισε ο υπουργός, το ΤΕΠΙΧ ΙΙ έχει ξεπεράσει τα 700 εκατομμύρια σε εγκεκριμένα δάνεια. «Αυτό σημαίνει ότι το ποσοστό εκταμίευσης, αν σκεφτείτε ότι το αρχικά προβλεπόμενο ύψος δανείων ανερχόταν σε 1,3 δισ. ευρώ, είναι μεγαλύτερο του 50% του συνολικού προγράμματος σε διάστημα λιγότερο του ενός μήνα - αρκετά καλός ρυθμός για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Για να καταλάβετε, από το ΤΕΠΙΧ Ι είχε καλυφθεί μόνο το 60% σε 2,5 χρόνια» όπως εξήγησε ο ίδιος.

Ο κ. Γεωργιάδης ανακοίνωσε ότι μαζί με τα υπόλοιπα χρηματοδοτικά εργαλεία, τον Ιούνιο, θα ξεκινήσει και ένα πρόγραμμα περίπου 1,2 δισ. ευρώ μόνο για αναπτυξιακά επιχειρηματικά έργα. Πρόκειται για πρόγραμμα που το υπέγραψε η Αναπτυξιακή Τράπεζα μαζί με το EIF και τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Σ’ αυτό το πρόγραμμα δεν θα χρειάζονται εξασφαλίσεις, αλλά η επιχείρηση θα καλείται να καταθέσει αναπτυξιακό business plan. Εφ’ όσον αυτό κριθεί βιώσιμο, τότε η επιχείρηση θα μπορεί να δανειοδοτηθεί με επιτόκιο αρκετά χαμηλό, γιατί είναι επιδοτούμενο από το EIF.

Επανεκκίνηση της οικονομίας και ύφεση

Ο υπουργός υπογράμμισε για την ταχύτητα επανεκκίνησης της οικονομίας: «Όπως ξέρετε, και με δική μου, προσωπική, προσπάθεια, η εστίαση άνοιξε μία βδομάδα νωρίτερα. Δύο εβδομάδες νωρίτερα ήρθαν τα mall, γενικά το λιανικό εμπόριο άνοιξε πολύ γρηγορότερα από το ρυθμό που είχαμε υπολογίσει στην αρχή. Ο τουρισμός πήγε επίσης πολύ νωρίτερα, 1η Ιουνίου και 15 Ιουνίου, ενώ αν θυμάστε στην αρχή λέγαμε για 1η Ιουλίου όλα. Και φαίνεται γενικώς ότι ο ρυθμός επαναφοράς της οικονομίας μας σε πλήρη λειτουργία κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα του αρχικού σχεδιασμού. Αυτό, φυσικά, μπορεί και συμβαίνει γιατί τα κρούσματα είναι πολύ λίγα, σήμερα είχαμε τέσσερα νέα κρούσματα, άρα όσο τηρούμε τους κανόνες, τόσο περισσότερο μας δίνεται η ευκαιρία να πάμε γρηγορότερα στην πλήρη επανεκκίνηση της οικονομίας μας».

Το ύψος της υφέσεως του 2020, στην πραγματικότητα θα εξαρτηθεί από το πώς θα πάει ο τουρισμός, υπογράμμισε ο κ. Γεωργιάδης. Όπως είπε, «οι υπόλοιποι κλάδοι της οικονομίας με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ξέρουμε πού θα πάνε. Ο τουρισμός είναι ένας άγνωστος χ, που αυτή τη στιγμή εξαρτάται από πολλές μεταβλητές: από το αν θα υπάρχουν αεροπορικές συνδέσεις, ποιας συχνότητας θα είναι αυτές, από το πόσο γρήγορα θα ανοίξουμε τη χώρα μας σε χώρες που είναι οι παραδοσιακοί μας πελάτες, αλλά που ακόμα, επιδημιολογικά, δεν έχουν μπορέσει να βρεθούν στο σημείο που είμαστε εμείς, από το πώς αυτές οι χώρες θα ανοίξουν τα σύνορα τους προς τους πολίτες τους για να κάνουν ταξίδια στο εξωτερικό. Είναι πολλές οι παράμετροι».

Στη συνέχεια υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση τείνει να έχει συγκρατημένη αισιοδοξία, «κυρίως διότι, ναι μεν η παγκόσμια τουριστική βιομηχανία το 2020 θα είναι πολύ μικρότερη του αναμενόμενου χωρίς καμία αμφιβολία, όμως, η χώρα μας αυτή την περίοδο των τριών αυτών πολύ δύσκολων μηνών, πέτυχε ένα rebranding, δηλαδή η χώρα μας άλλαξε την κοινή αντίληψη που έχει ο κόσμος για αυτήν».

Η Ελλάδα μέχρι τώρα, συνέχισε ο υπουργός, ήταν το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης, ή εν πάση περιπτώσει, η χώρα που έβγαινε από μία πολυετή κρίση και φαινόταν ότι σταθεροποιείται. «Μετά από τρεις μήνες, φαίνεται ότι είναι μία χώρα που κατάφερε να δείξει έναν λαό πειθαρχημένο, μία Κυβέρνηση αποτελεσματική, μία χώρα που παρέχει υγειονομική ασφάλεια, ένα δημόσιο σύστημα υγείας που λειτουργεί. Όλα αυτά δεν μπορεί να μην έχουν θετική επίπτωση στην οικονομία μας και σε ένα βραχυχρόνιο ορίζοντα, όσον αφορά στη φετινή τουριστική περίοδο, όταν πιστεύουμε ότι θα μπορέσει η Ελλάδα να πάρει από μία πολύ μικρότερη πίτα, ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι, και άρα, υπό αυτή την έννοια, να έχουμε μία αξιοπρεπή εμφάνιση».