https://www.efsyn.gr/sites/default/files/2020-05/robert_fisk_writer_dimosiografos_reporter.jpeg?itok=ploiA40T
Ο Ρόμπερτ Φισκ επί το έργον με το αιώνιο μπλοκάκι του στο ντοκιμαντέρ «Αυτό δεν είναι ταινία»

«Ο δημοσιογράφος πρέπει να συναισθάνεται τον θυμό των αδικημένων»

by

Ο κορυφαίος Βρετανός πολεμικός ανταποκριτής, με την τεράστια πείρα στη Μέση Ανατολή, είναι το θέμα μιας ταινίας στο online Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συμμετείχε σε διαδικτυακή συζήτηση με τον σκηνοθέτη της, Γιουνγκ Τσανγκ.

Ακόμα κι αν (ως δημοσιογράφος) ψιλοδιαφωνείς με τους θερμούς, προσωπικούς τόνους και τη σαφή θέση του υπέρ του ενός και κατά του άλλου, τον Ρόμπερτ Φισκ, αυτόν τον κορυφαίο, πολυβραβευμένο, διάσημο Βρετανό πολεμικό ανταποκριτή των «Τάιμς του Λονδίνου» και σήμερα του (μόνο) διαδικτυακού «Independent», δεν μπορείς παρά να τον θαυμάζεις και να υποκλίνεσαι μπροστά του. Πάνω από 30 χρόνια αλωνίζει τη Μέση Ανατολή (ακόμα και τώρα στα 74 χρόνια του) και γράφει ανταποκρίσεις, αλλά και άρθρα γνώμης, επιτρέποντας πάντα στον εαυτό του «να αναδεικνύει την προσωπική του ματιά, να αποτυπώνει τον θυμό και την έκπληξή του, να έχουν τα γραπτά του χαρακτήρα».

Το λέει ο ίδιος στο ντοκιμαντέρ του Καναδού Γιουνγκ Τσανγκ «Αυτό δεν είναι ταινία» («This is not a movie»), ένα από τα χάι λάιτς του 22ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που συνεχίζεται έως την Πέμπτη online (στο filmfestival.gr) και ήδη –τι σου είναι αυτοί οι σινεφίλ– πολλές ταινίες είναι sold out, οι καλύτερες, δυστυχώς, για όσους δεν είχαν γρήγορα αντανακλαστικά και τώρα το μετανιώνουν πικρά. Οπου sold out σημαίνει 400 θεάσεις μόνο από Ελληνες χρήστες.

Ο Ρόμπερτ Φισκ (από τη Βηρυτό, όπου ζει μόνιμα) και ο σκηνοθέτης Γιουνγκ Τσανγκ (από τον Καναδά) συζήτησαν την Πέμπτη το βράδυ στο κανάλι YouTube του φεστιβάλ (με σύντομο χαιρετισμό της Ελίζ Ζαλαντό και συντονίστρια την Γκέλυ Μαδεμλή). Ηταν μια συζήτηση εξίσου συναρπαστική με την ταινία-πορτρέτο του πολεμικού ανταποκριτή. Επικεντρώθηκε στα προβλήματα που θέτει στους δημοσιογράφους η Μέση Ανατολή, άλλωστε τον παρακολουθούμε κυρίως στα επικίνδυνα μέτωπα της Συρίας, ανάμεσα σε Συριακό Στρατό και επαναστάτες (απλούς ή σε συσκευασία ISIS). Ο Φισκ έχει κάνει, όμως, και επιτυχημένα περάσματα από Αλγερία, Μπέλφαστ του IRA, Πορτογαλία της Επανάστασης των Γαριφάλων, Βοσνία, Ιράκ, Πακιστάν.

«Κατά τη γνώμη μου, είναι αδύνατον να μιλήσεις για τα οδυνηρά γεγονότα, που έχει ζήσει και εξακολουθεί να ζει η Μέση Ανατολή, αν δεν μπεις στη διαδικασία να συναισθανθείς την τραγωδία, τον πόνο, τον θυμό και την αδικία, που βασανίζουν αυτούς τους ανθρώπους», είπε ο Φισκ. «Εδώ, οι άνθρωποι επιζητούν την ευκαιρία να μιλήσουν σε έναν δημοσιογράφο, ακόμη και στις πιο επώδυνες στιγμές. Πιστεύουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα βοηθήσουν να μαθευτεί η αλήθεια και να επανορθωθούν οι αδικίες που έχουν υποστεί». Και, σχολιάζοντας το θέμα των fake news, είπε ότι είναι παλιά ιστορία, «αλλά κάποτε το λέγαμε μεροληπτικές ή κατασκευασμένες ειδήσεις. Δυο παραδείγματα: Το αμερικανικό κοινό ανέκαθεν βομβαρδιζόταν από μονόπλευρα δημοσιεύματα για τη Μέση Ανατολή, που μεροληπτούσαν υπέρ του ισραηλινού κράτους, ενώ την εποχή των ταραχών στη Βόρεια Ιρλανδία, τα κυρίαρχα ΜΜΕ μετέδιδαν την εντύπωση πως σύσσωμος ο καθολικός πληθυσμός του νησιού τασσόταν υπέρ του IRA».

Ο άνθρωπος, που έχει συναντήσει τρεις φορές τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, διηγείται στο ντοκιμαντέρ την πασίγνωστη πια ιστορία: «Κύριε Ρόμπερτ, ένας από τους αδερφούς μας ονειρεύτηκε [...] ότι ήσασταν πνευματικός άνθρωπος [...] αυτό σημαίνει ότι είστε γνήσιος μουσουλμάνος», του είπε ο αρχηγός της Αλ Κάιντα. Και ο Φισκ απάντησε: «Δεν είμαι μουσουλμάνος, είμαι δημοσιογράφος. Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να λέει την αλήθεια». Και ο Μπιν Λάντεν: «Αν λέτε την αλήθεια, τότε είστε καλός μουσουλμάνος».

Ο Φισκ, πάντως, στο ντοκιμαντέρ θεωρεί την Αλ Κάιντα, ακόμα και την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, γεννήματα της αποικιοκρατίας, υποβαθμίζοντας τον θρησκευτικό της φονταμενταλισμό, που είχε και πάρα πολλούς μουσουλμάνους θύματα. Ανθρώπινες μικροαντιφάσεις ενός ενθουσιώδους γνώστη της Μέσης Ανατολής κι ενός ασυμβίβαστου δημοσιογράφου. Εγκατέλειψε τους «Τάιμς» όταν επί Ρούπερτ Μέρντοχ ένιωσε ότι κινδύνευε η ελευθερία του. «Αν αρχίσεις να φοβάσαι μήπως τα όσα γράφεις στεναχωρήσουν τον εκδότη σου, το κοινό ή κάποιον με εξουσία, πρέπει να αγοράσεις εισιτήριο για την πρώτη πτήση και να γυρίσεις σπίτι σου. Είναι γελοίο να βρίσκεσαι κάπου όπου κινδυνεύει η ζωή σου και να επιβάλλεις λογοκρισία στον εαυτό σου. Οταν συμβιβαστείς μια φορά, δεν υπάρχει γυρισμός».

Τον Γιουνγκ Τσανγκ τον αποδέχτηκε αμέσως. «Δεν συμπεριφερόταν όπως οι περισσότεροι Δυτικοί δημοσιογράφοι, που έρχονται στη Μέση Ανατολή νομίζοντας ότι τα ξέρουν όλα καλύτερα από τους κατοίκους της και θέλουν να τους “διαφωτίσουν”. Ενας αληθινός ερευνητής , είτε γυρίζει ταινίες είτε γράφει άρθρα, πρέπει να ακούει προσεχτικά τους ανθρώπους, κι αυτό ακριβώς έκανε ο Γιουνγκ», είπε. Αλλά του έβαλε και κάποιους δύσκολους όρους, στους οποίους η ταινία χρωστάει την αμεσότητα και αλήθεια της: να κινείται ελεύθερα κάνοντας την έρευνά του, ακόμα κι αν εκείνη τη στιγμή δεν τον τραβούσε η κάμερα ή το πλάνο δεν ήταν καλό. Από την άλλη, ο σκηνοθέτης, όπως διαβεβαίωσε, ήταν απολύτως ελεύθερος στη διαχείριση του κινηματογραφικού του υλικού και ο σταρ-δημοσιογράφος δεν παρενέβη ποτέ στη δημιουργική διαδικασία.

Ο Φισκ, στο τέλος της κουβέντας εξέφρασε την απαισιοδοξία του για την πιθανότητα εξεύρεσης ειρηνικής λύσης στη Συρία. Υπάρχει άλλωστε στο φεστιβάλ και η συνταρακτική ταινία «Για τη μικρή Σάμα» («For Sama»), γυρισμένη επί πέντε χρόνια στο Χαλέπι (2012-2016) από τη δημοσιογράφο Ουάαντ Αλ Κάτεαμπ (με τη βοήθεια του Εντουαρντ Γουάτς). Ενώ Ασαντ και Πούτιν ισοπεδώνουν την πόλη και τη βυθίζουν στο αίμα, η Ουάντ ερωτεύεται, παντρεύεται και γεννά τη Σάμα, στην οποία αφιερώνει την ταινία. Είναι sold out στο φεστιβάλ, αλλά θα βγει τον Ιούλιο στα θερινά σινεμά.