https://s.kathimerini.gr/resources/2020-05/coronavirus1121-thumb-large--2-thumb-large--2-thumb-large.jpg

Αποψη: Από την επιδημία στην ενδημία

by

Η Σλοβενία των περίπου 2 εκατομμυρίων κατοίκων ανακοίνωσε την Πέμπτη 14 Μαΐου το τέλος της πανδημίας της COVID-19, έχοντας καταγράψει συνολικά 103 θανάτους, 1.464 διαγνωσμένα κρούσματα και λιγότερα από επτά νέα διαγνωσμένα κρούσματα καθημερινά τις προηγούμενες δύο εβδομάδες. Το γεγονός αυτό αναμφισβήτητα θα βοηθήσει την επανεκκίνηση της τουριστικής βιομηχανίας, η οποία, όπως και στην περίπτωση της χώρας μας, αποτελεί σημαντικό πυλώνα της οικονομίας της.

Η Ελλάδα, με υπερπενταπλάσιο πληθυσμό απ’ ό,τι η Σλοβενία, είχε την ίδια ημέρα συνολικά 156 θανάτους, 2.770 διαγνωσμένα κρούσματα και λιγότερα από δεκατρία κατά μέσον όρο νέα διαγνωσμένα κρούσματα ημερησίως τις αντίστοιχες δύο εβδομάδες. Συγκρίνοντας τα επιδημιολογικά δεδομένα των δύο χωρών, η Ελλάδα δικαιούται να διεκδικήσει τα πρωτεία ενός ασφαλούς τουριστικού προορισμού.

Μπορεί να είμαστε σε αρκετά καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι η Σλοβενία, αλλά η Σλοβενία προχώρησε στην πρώτη χαλάρωση των μέτρων ήδη από τις 20 Απριλίου. Στο διάστημα των τριών εβδομάδων που ακολούθησε είχε τη δυνατότητα να αξιολογήσει την εξέλιξη των επιδημιολογικών δεικτών, και μόνο όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε αναζωπύρωση της επιδημίας, ανακοίνωσε τη λήξη της.

Μετά την προσεχή Δευτέρα, οπότε συμπληρώνουμε και εμείς τρεις εβδομάδες από την πρώτη χαλάρωση των μέτρων, είναι πολύ πιθανό να βρεθεί και η χώρα μας στην ίδια ευχάριστη θέση. Τα δεδομένα των τελευταίων εβδομάδων επιβεβαιώνουν την εκτίμηση για «σβήσιμο» της επιδημίας εντός του Μαΐου, όπως είχα δηλώσει στην «Καθημερινή» στις 23 Απριλίου. Το ίδιο αναμένεται να συμβεί και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι τα τέλη Ιουλίου. Οι χώρες που είχαν μεγάλη και απότομη εξάπλωση της πανδημίας, όπως η Ιταλία, η Ισπανία κ.ά., θα έχουν βραδύτερη ολοκλήρωση του επιδημικού κύματος, από χώρες όπως η Ελλάδα, που μπόρεσαν να περιορίσουν εγκαίρως την πανδημία.

Ωστόσο, μπορεί η πανδημία στη χώρα μας να έχει ήδη γίνει ενδημία με σποραδικά πλέον κρούσματα, αλλά ο κίνδυνος να υπάρξει νέο επιδημικό κύμα είναι υπαρκτός, ιδιαίτερα όταν δεν τηρούνται τα προβλεπόμενα μέτρα στους ανοικτούς χώρους συνωστισμού (πλατείες, παραλίες, μπαρ κ.α.) και στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η αναζωπύρωση της πανδημίας σε χώρες που προχώρησαν πρόωρα στη χαλάρωση των μέτρων, όπως η Νότια Κορέα και η Γερμανία. Βέβαια, στη χώρα μας οι υψηλές θερμοκρασίες τους επόμενους μήνες μπορεί να λειτουργήσουν προστατευτικά, έστω και εάν δεν γνωρίζουμε ακόμα τον βαθμό της επίδρασής τους. Επίσης, οι χώρες όπου υπήρξε αναζωπύρωση είχαν μεγαλύτερη διασπορά του ιού στον γενικό πληθυσμό απ’ ό,τι χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες περιόρισαν εξαρχής την εξάπλωσή του (περισσότερα μολυσμένα άτομα αποτελούν περισσότερες πηγές μετάδοσης της COVID-19). Τα δε ηλικιωμένα άτομα, τα οποία αποτελούν και τα πλέον ευπαθή, είναι πιο προστατευμένα στο παραδοσιακό ελληνικό οικογενειακό περιβάλλον.

Ομως, ακόμα και εάν καταφέρουμε να αποφύγουμε αναζωπύρωση της πανδημίας, δεν θα αποφύγουμε να βρεθούμε αντιμέτωποι με πιθανή αύξηση των εγχώριων κρουσμάτων το επόμενο διάστημα λόγω της χαλάρωσης των μέτρων, αλλά και των εισαγόμενων λόγω του τουρισμού. Η εμφάνιση νέων κρουσμάτων θα συνεχίζεται με ημερήσιες και εποχικές διακυμάνσεις μέχρι να υπάρξει επίκτητη ανοσία με αποτελεσματικά εμβόλια ή φυσική ανοσία με τη σταδιακή μόλυνση όλο και περισσότερων ατόμων. Αν και η συλλογική ανοσία (η λεγόμενη ανοσία αγέλης), η οποία απαιτεί τη μόλυνση της πλειονότητας του πληθυσμού, σωστά δεν υφίσταται πλέον ως επιλογή για καμία χώρα, κάθε άτομο που μολύνεται αποτελεί ένα επιπλέον εμπόδιο στη διάδοση του ιού. Στο ζήτημα της ανοσίας, ίσως βοηθήσει η επιστημονική διερεύνηση της άμυνας των ατόμων που, ενώ εκτίθενται στον ιό, δεν μολύνονται, ίσως για γενετικούς λόγους, όπως συνέβη με πολλές οικογένειες στις οποίες μολύνθηκαν τα περισσότερα αλλά όχι όλα τα μέλη τους.

Μέχρι να υπάρξει η πολυπόθητη ανοσία, θα πρέπει να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο της μόλυνσης, αλλά και ενός νέου επιδημικού κύματος το ερχόμενο φθινόπωρο, επιδεικνύοντας μεγαλύτερη ατομική ευθύνη, ενισχύοντας την επιτήρηση και αναπροσαρμόζοντας τα μέτρα ανάλογα με τα εκάστοτε δεδομένα. Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τον πολυπαραγοντικό χαρακτήρα των φαινομένων της υγείας και της αρρώστιας και να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη να αλλάξουμε προτεραιότητες, όχι μόνο ως προς τις ασκούμενες πολιτικές υγείας, αλλά και ως προς τη σχέση μας με το περιβάλλον και με τα είδη που συναποτελούν το οικοσύστημά μας, το κοινό μας σπίτι. Η ισχυρή διατάραξη αυτής της σχέσης, και ιδιαιτέρως της διατροφικής αλυσίδας, τα τελευταία σαράντα με πενήντα χρόνια αποτελεί τη βασική αιτία της επανεμφάνισης των επιδημιών στον πλανήτη μας.

* Ο κ. Γιάννης Τούντας είναι καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.